Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Όταν στην καρέκλα της σκέψης δεν κάθεται κανείς

Θα λέω τα ίδια και τα ίδια και θα επαναλαμβάνομαι συχνά.
Οι επίδοξοι γονείς θα πρέπει να περνάνε από κάποια ψυχολογικά τεστ, κάποιες εξετάσεις που έχουν να κάνουν με την ψυχολογική τους κατάσταση και μετά να τους δίνεται το πράσινο φως για να κάνουν παιδιά. Υποχρεωτικά.
Βέβαια, το ευτυχές θα ήταν, αυτές οι εξετάσεις να μην ήταν υποχρεωτικές και τα ζευγάρια να ζητούσαν από μόνα τους να τις κάνουν, αλλά αυτό μπορεί να γίνει κάποτε στο μέλλον και ίσως σε μια άλλη χώρα.
Γιατί προς το παρόν, στη χώρα που ζω, το να είσαι άρρωστος αποτελεί ταμπού. Πόσο μάλλον αν η ασθένεια σου είναι νευρολογικής φύσεως.
Φυσικά κανείς δεν μπορεί να συλλάβει το μέγεθος και την σοβαρότητα ενός ψυχιατρικού συνδρόμου και είτε το βλέπει σαν κάτι απλό, κάποιο καπρίτσιο – πόσες φορές δεν έχετε ακούσει κάποιος να λέει ελαφρά τη καρδία «έχω κατάθλιψη» –  ή είναι τόσο σοβαρό που θα πρέπει να το κρύψουμε καλά μην το ακούσει η γειτονιά.
Δεν θέλουμε να είμαστε το σπίτι με τον τρελό.
Και μέσα σε όλο αυτό το παραλήρημα, οι γονείς, απλά δεν ξέρουν τι να κάνουν και πώς να αντιδράσουν.
Όταν έκανα θεατρικό παιχνίδι σε παιδιά 3 με 6 ετών υπήρχε ένα αξιολάτρευτο κοριτσάκι που εξ’ αρχής φαινόταν ότι αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα.
Το παιδί δεν άφηνε κανέναν να εκφραστεί μέσα στο παιχνίδι, ήταν βίαιο και πολλές φορές επαναλάμβανε φράσεις οι οποίες ήταν ξεκάθαρα ενηλίκων την ώρα που την έβαζαν τιμωρία στο σπίτι.  Εκτός των ουρλιαχτών στο πάτωμα και των επαναλαμβανόμενων κινήσεων.
Στο τμήμα υπήρχε συνεργασία όλων των παιδιών και είχαμε καταφέρει αυτοί οι μπόμπιρες να αναπτύξουν μια φοβερή αλληλεγγύη.
Λέγαμε ότι όποιος βαριόταν, είχε νεύρα ή οτιδήποτε άλλο και δεν ήθελε να παίξει, μπορούσε να κάτσει στην μπλε καρέκλα της σκέψης και όταν θα ένιωθε έτοιμος και ήρεμος, να ξαναμπεί στο παιχνίδι.
Αυτό συνέβαινε και με αυτό το παιδί. Όταν δεν ήθελε, καθόταν εκεί από μόνο του ή το προέτρεπα εγώ, ως οργανωτής του παιχνιδιού.
Αυτό γινόταν για 2 ημέρες μέχρι που σε ένα μάθημα ήρθε το παιδί πανικόβλητο και κλαίγοντας. Μου έλεγε έντονα ότι δεν ήθελε να κάτσει ξανά σ΄ εκείνη την καρέκλα.
Αυτό συνέβη μια μέρα μετά από την γνωριμία μου με την μητέρα του και την περιγραφή της μπλε καρέκλας της σκέψης. Όταν γνώρισα και τους δύο  γονείς συνειδητοποίησα ακριβώς ποιο ήταν το πρόβλημα του παιδιού.
Οι γονείς του.
Κάναμε μια συζήτηση μαζί τους, εξηγώντας ότι το παιδί είχε κάποια θέματα συμπεριφοράς, που δεν πήγαζαν από την προσωπικότητα του αλλά από κάτι άλλο, νευρολογικής φύσεως, που φυσικά δεν ήμασταν σε θέση να αναλύσουμε γιατί δεν είμαστε ψυχίατροι. Εκείνοι μας επιτέθηκαν. Πήραν το παιδί από τα μαθήματα βρίζοντας και απειλώντας.
Το κακό στην όλη ιστορία ήταν ότι οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν. Μετά από λίγες ημέρες το παιδί έπαθε κρίση και απ’ ότι έμαθα θα ξεκινούσε να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.
Δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να το προλάβουμε όλο αυτό. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι αν οι γονείς μπορούσαν να ακούσουν και ν’ αφήσουν πίσω το ταμπού του «προβληματικού παιδιού» θα ήταν πιο ευτυχείς.
Μακάρι όλοι οι άνθρωποι να είχαν το θάρρος να επισκεφτούν έστω για μια φορά στη ζωή τους έναν ψυχολόγο ή έναν ψυχίατρο.
Δεν καταλαβαίνει κανείς, ποτέ, ότι το να χρειάζεσαι ψυχίατρο ή ψυχολόγο είναι κάτι εντελώς φυσιολογικό, όπως ένας νεφροπαθής χρειάζεται τις αιμοκαθάρσεις του, ένας καρκινοπαθής τις θεραπείες του, ένας φορέας HIV την αγωγή του (άλλο ταμπού).
Το να φέρεις στον κόσμο ένα παιδί δεν είναι κάτι απλό. Πρέπει να έχεις ξεκαθαρίσει πάρα πολλά πράγματα μέσα σου για να μπορέσεις να προσφέρεις σε αυτό το πλάσμα. Και το κυριότερο απ’ όλα: να ξέρεις να προσφέρεις.
Να έχεις τις κεραίες σου ορθάνοιχτες στον γύρω κόσμο και να μπορείς να αφουγκράζεσαι.
Δεν μπορείς απλά να αγνοείς τον εκπαιδευτικό που θέλει από μόνος του να σου πει δυο πράγματα. Εκτός αν έχεις πολλά κρυμμένα μυστικά στο σπίτι σου που, ως ειδικός, αρχίζει να ανακαλύπτει και με την επίθεση σου απέναντί του τα κουκουλώνεις όπως όπως. Ή νομίζεις ότι το κάνεις.
Δεν είναι όλα θέμα ίματζ κι εγωισμού. Η μπλε καρέκλα της σκέψης υπάρχει ακόμα εκεί. Τα παιδιά μπορούν να συνειδητοποιήσουν από μόνα τους πότε ξεπερνούν τα όρια και να καθίσουν όταν το θελήσουν.
Η αντίστοιχη καρέκλα για τους γονείς παραμένει άδεια.

Αγαπημένη μου κόρη, ο ρόλος της γιαγιάς δεν είναι το babysitting

Οι μέρες που ξυπνούσα αλαφιασμένη, στις 6.40 για να σε ντύσω, να σε χτενίσω, να σου φτιάξω πρωινό και να σε πάω στο σχολείο μοιάζουν με ένα μακρινό όνειρο. Οι μέρες που ξημεροβραδιαζόμουν πάνω από τον πυρετό σου, τα βασιλεμένα σου μάτια από την γρίπη, με βρεγμένες πετσέτες να σου δροσίζουν το μέτωπό, ανήκουν σε ένα όμορφο παρελθόν, που όμως είναι παρελθόν. Τα ποδοβολητά σου μέσα στο σπίτι, και των φίλων σου επίσης, οι σοκολάτες στις κουρτίνες, τα ατελείωτα άπλυτα από τα παιδιά σου πάρτι, τα κομφετί στα χαλιά από τα αποκριάτικα και οι πευκοβελόνες από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, που ποτέ δεν γούσταρα, αλλά στόλιζα για να χαίρεσαι, και χαιρόμουν κι εγώ μαζί σου, δεν το κρύβω, ανήκουν σε ένα όμορφο χθες , σε έναν ρόλο μαγικό που έζησα χάρη σε εσένα, αυτόν την μάνας.
Και μετά η αγωνία για τους έρωτές σου, τα δάκρυά σου πάνω στο μαξιλάρι σου, μέσα στην αγκαλιά μου, κάτω από τη μασχάλη μου, όπου σκουπιζόσουν με το μανίκι μιας πιδεκένιας ρόμπας που μου είχε φέρει ο πατέρας σου από το εξωτερικό και την έβρισκες γελοία.
Και μετά διάβασμα, πανελλήνιες, σπουδές. Πέρασες στην επαρχία, άντε να τρέχουμε για σπίτια, ενοίκια, και εγώ να στέλνω τα τάπερ με το Κτελ γιατί όσο μοντέρνα και αν ήθελα να λέγομαι, ήθελα να έχεις λίγη σπιτίσια μυρωδιά στο ψυγείο σου, λίγη από «μαμά» στο πιάτο σου. Μια φροντίδα που ταξίδευε 400 χιλιόμετρα σκεπασμένη με αλουμινόχαρτα, σε κεσέδες από φέτα και κουτιά από φυτίνη, μια φόρμα κεικ τυλιγμένη σε μεμβράνη και ένα φακελάκι με ένα μικρό χαρτζιλίκι. Ο πατέρας σου ήθελε να σου βάζουμε και αυγά, και του έλεγα «παιδί μου εκείνη είναι στην επαρχία όχι εμείς».
Και μετά γνώρισες τον έρωτα της ζωής σου, μας τον έφερες σπίτι, τον κάναμε παιδί μας, γιο μας, και τους γονείς του συγγενείς μας και γιορτάσαμε τη νέα σου ζωή με μια σεμνή τελετή όπως την ήθελες σε ένα ξωκλήσι στο πουθενά, πάνω σε κάτι βράχους, όπου ήταν απαγορευτικό το τακούνι, κι αυτό στο κρατάω ακόμα παράπονο, γιατί δεν ήμουν ποτέ ψηλή.
Την ημέρα που θα κοιμόσουν πια και επίσημα εκτός σπιτιού την πρώτη μέρα του γάμου σου, την ημέρα  αυτή και τις επόμενες που ακολουθούν, που υποτίθεται ότι ακολουθεί το άδειασμα της φωλιάς και η μελαγχολία, εγώ ένιωσα ελεύθερη. Ικανοποιημένη, γεμάτη. Πλήρης, πως το λένε. Άρχισα να ασχολούμαι πιο συστηματικά με τα λουλούδια μου, να διαβάζω τα βιβλία μου, να πηγαίνω εκδρομές με τον πατέρα σου, να παίζουμε μπιρίμπες με φίλους στη βεράντα με γέλια, σόκιν ανέκδοτα και παγωμένη σουμάδα. Κάποιες φορές ερχόσασταν τις Κυριακές με τον άντρα σου για φαγητό, αλλά δεν ήθελα να γίνει αυτό συνήθεια, δεν μου άρεσε το επιβεβλημένο του πράγματος και το είχα ξακαθαρίσει.
Και έπειτα έμεινες έγκυος έκανες το πρώτο σου μωρό και έγινα επίσημα γιαγιά. Επέμενες να βγάλετε το όνομά μου, αλλά εγώ δεν ήθελα. Όπως κι εσένα σε βάφτισα Μυρσίνη, γιατί μου είχε κολλήσει από ένα μυθιστόρημα κι ας ήθελε η μάνα μου να σε βγάλουμε Ιζαμπέλα και να σε φωνάζουμε Λέλα, αν είναι δυνατόν. Κάναμε να μιλήσουμε 3 μήνες θυμάμαι με τη γιαγιά σου, για εκείνο το «Λέλα». Ξενύχτια στο σπίτι, να σου δείξω και να βοηθήσω πώς θηλάζουν, πως ταίζουν, πως αλλάζουν, πως κοιμίζουν, πώς φτιάχνουν την κρέμα… Φώναζε ο πατέρας σου ότι έγινε εργένης, αλλά εγώ ήθελα να είμαι δίπλα σου σε αυτές τις μαγικές στιγμές, όχι μόνο για σένα, αλλά και για μένα. Ήταν η επίσημη βάφτισή μου σαν γιαγιά.
Ήρθε και δεύτερο μωρό, τώρα ήσουν πιο έμπειρη, πιο δυνατή, πιο εσύ. Τα μωρά μεγάλωσαν περισσότερο και άρχισες να τα φέρνεις στο σπίτι, να τα κρατάω, να τα φροντίζω για να πηγαίνεις στη δουλειά σου. Το έκανα για τρία χρόνια. Έγινα πάλι μάνα, χωρίς τις απαιτούμενες αντοχές. Γύρισα τον χρόνο πίσω, και έφτιαχνα πάλι κρέμες, έλεγα πάλι παραμύθια, και μάζευα ψίχουλα και παιχνίδια από τα χαλιά, έκανα ζωγραφιές, τον καραγκιόζη και ό,τι κάνει μια γιαγιά. Αν μπορούσαν να με κόψουν μικρά κομματάκια και να με μασουλήσουν τραγανιστή θα το έκαναν αυτά τα μικρά τερατάκια, και θα το χαιρόμουν.  Όταν γυρνούσες  από τη δουλειά το απόγευμα ερχόσουν να τα πάρεις και δύο ώρες μετά με έπαιρνες τηλέφωνο για να μου πεις «γιατί έδωσα τρία σοκολατάκια στον μικρό», «γιατί τους έβαλα να κάνουν προσευχή πριν το φαγητό», «γιατί δεν τους άφησα να μαζέψουν μόνοι τους τα πιάτα τους» «γιατί τους πήγα στο πάρκο ενώ έκανε κρύο», «γιατί δεν τους έβαλα καπέλο ενώ έκανε ζέστη».
Κάπου εκεί σου είπα πως ήρθε η ώρα να σταματήσει όλο αυτό. Σου πρότεινα να πάρετε μια κοπέλα, να κρατάει τα παιδιά, και μου είπες πως δεν θέλεις να τα μεγαλώνουν ξένοι άνθρωποι. Εγώ όμως κουράστηκα. Κουράστηκα να μεγαλώνω παιδιά, είναι κάτι που έκανα, και το έκανα καλά. Τώρα θέλω να ξεκουραστώ, να χαλαρώσω, να ζήσω τις μέρες που έχω ακόμα. Αγαπώ τα εγγόνια μου, αλλά αγαπώ και εμένα. Και τα παιδιά αυτά, δεν είναι δική μου ευθύνη, είναι δική σου. Είμαι δίπλα σου, ακοίμητος φρουρός, αλλά δεύτερη φορά μάνα δεν θέλω να γίνω.
Μου μίλησες για τις άλλες γιαγιάδες που κρατάνε τα παιδιά από το πρωί μέχρι το βράδυ, που ζουν και αναπνέουν για τα εγγόνια τους, που η ζωή τους είναι μόνο αυτά, που του παιδιού μου το παιδί, δυο φορές παιδί μου. Είναι άδικο να με συγκρίνεις με τους άλλους. Δεν είμαι σαν τις άλλες γιαγιάδες, όπως δεν ήμουν σαν τις άλλες μαμάδες. Αυτό μου έλεγες και τότε καμάρωνες. Τώρα έγινε μειονέκτημα.
Δεν είμαι άνθρωπος σύνταξη και κουβερτάκι και το ξέρεις. Έχω πολλά ακόμα να κάνω και να δω. Με είπες «εγωίστρια». Μπορεί και να είμαι. Αγάπα με όπως είμαι. Αυτό, άλλωστε, είναι από τα πρώτα πράγματα που σου έμαθα σε αυτή τη ζωή.
Γράφει η Γιαγιά Κατερίνα

Αφήστε τα παιδιά σας να «ταλαιπωρηθούν» – γιατί τίποτα δεν χαρίζεται στη ζωή

Η μητέρα μου ξέσπασε σε αναφιλητά, όταν ένα πρωινό, γύρω στα είκοσί μου χρόνια, της ανακοίνωσα την απόφασή μου να φύγω από το σπίτι και να μείνω μόνος. Ο πατέρας μου με σκυθρωπό ύφος μου έδωσε να καταλάβω πως δε θα με δεχόταν πίσω αν το έκανα. Δεν ενέδωσα στον πλάγιο εκβιασμό, ήμουν αποφασισμένος να πάρω τη ζωή στα χέρια μου.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το κλαμένο βλέμμα της μάνας, το πρωινό που μετακόμιζα. Από τη μία ήξερα πως έκανα το σωστό. Από την άλλη όμως μούδιαζα στην ιδέα της νέας προοπτικής. Εκείνο που δεν κατάλαβα ποτέ, ήταν γιατί η μητέρα έκανε τόσο μεγάλο θέμα το γεγονός πως μετακόμιζα στο δεύτερο σπίτι του κτήματος που βρισκόταν 20 μέτρα μακριά.
Για εκείνη, είτε πήγαινα στο διπλανό σπίτι, είτε σε διπλανό πλανήτη, η θλίψη ήταν ίδια. Έβλεπε ξεκάθαρα πλέον πως έκανα το πρώτο δειλό βήμα να ανοίξω τα φτερά μου και δε μπορούσε να συμφιλιωθεί με την ιδέα πως δεν θα την είχα πλέον ανάγκη. Ένας ανεξάρτητος άνδρας, θα έπαιρνε τη θέση του μικρού της που φρόντιζε και προστάτευε τόσα χρόνια. Κι αυτό την αποκαθήλωνε, εν μέρει, ως μητέρα, μηδένιζε το ρόλο της.
Ή έτσι νόμιζε.
Την πραγματική αλλαγή την ένιωσα όταν, μετά από λίγο καιρό, άφησα το νησί για να κυνηγήσω τα όνειρά μου. Στη μεγάλη πόλη που πήγα και που δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ, δεν θα μου έπλενε τα ρούχα η μαμά, ούτε θα μου είχε το φαγητό στο τραπέζι. Θα έπρεπε να ρυθμίζω μόνος μου την καθημερινότητά μου, όσα θεωρούσα δεδομένα. Εκείνοι θα έπαυαν να με φροντίζουν, να με συμβουλεύουν, να μου λένε τι να κάνω…
ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ; Αυτή ήταν η μαγική φράση: Είτε ευθέως είτε πλαγίως, οι γονείς μου, πάντα με καλή πρόθεση, έλεγχαν τη συμπεριφορά μου με λέξεις, εκφράσεις, αλλά και πλάγιες επιδοκιμασίες και αποδοκιμασίες. Ακόμα και με το βλέμμα με έκαναν να σταματάω όταν υπήρχε κίνδυνος να πληγωθώ, όταν έκανα κάτι που δεν θα επιδοκίμαζε ο νησιώτικος μικρόκοσμος. Μου παρείχαν μια αρρωστημένη ασφάλεια που δεν με αντιπροσώπευε.
Σε αρκετά μέρη της επαρχίας, πολλά «σόγια» λαϊκών κυρίως στρωμάτων, καταλαμβάνουν ολόκληρες συνοικίες. Στην Αθήνα, αντίστοιχα, οι «οικογενειακές πολυκατοικίες» δίνουν και παίρνουν. Λόγω της ανεπάρκειας κοινωνικών παροχών του ελληνικού κράτους, τα μέλη αυτών των οικογενειών αλληλοπροστατεύονταν και εξακολουθούν, δυστυχώς, να το κάνουν μέχρι και σήμερα από ανάγκη. Έτσι, εκτός από τους παραδοσιακούς ρόλους, καλούνται να παίξουν κι εκείνους του νοσοκόμου, του γηροκόμου, του νηπιαγωγού, του ψυχολόγου.
Αλλά δυστυχώς, μαζί με τους δυνατούς δεσμούς, φουντώνει και η εξάρτηση.
Έτσι, παράλληλα με αυτό το αξιέπαινο φαινόμενο, καλλιεργήθηκε κι εκείνο της καταπιεσμένης σκέψης και κοινωνικής συμπεριφοράς, που σε συνδυασμό με τις κακώς εννοούμενες παραδόσεις, δεν αφήνει πολλά νεότερα μέλη των οικογενειών αυτών να ανοίξουν τα φτερά τους και να τολμήσουν ή να υιοθετήσουν εύκολα οτιδήποτε νέο. Η νοοτροπία των μελών της ευρύτερης οικογένειας, σφυρηλατείται καθημερινά με ένα πανομοιότυπο αναχρονιστικό τρόπο, από τους πρεσβύτερους, που έχουν το «αλάθητο». Τα παιδιά καταπίνουν τις απορίες τους, δε συγκρούονται με το παράλογο, γίνονται παθητικοί αποδέκτες της «αυθεντίας των σοφών», επικροτώντας, έτσι, άθελά τους τη συντήρηση.
Η υπερπροστασία των παιδιών, τα καταδικάζει σε μελλοντικό διανοητικό μαρασμό. Οι γονείς εξασφαλίζοντάς τους ένα αποστειρωμένο από μικρόβια περιβάλλον, δεν λαμβάνουν υπόψιν πως τα παιδιά τους δεν θα χρησιμοποιήσουν χειρουργική μάσκα βγαίνοντας εκεί έξω. Το απαίδευτο μυαλό τους δεν θα τους βοηθήσει να διακρίνουν τα εχθρικά από τα ωφέλιμα και απαραίτητα «μικρόβια» που ολοκληρώνουν την προσωπικότητα. Και οι αμήχανοι γονείς που το γνωρίζουν καλά αυτό, δεν τολμούν να αφήσουν τα παιδιά τους, επειδή ξέρουν μέσα τους πως δεν μπορούν να σταθούν μόνα, ακόμα και με διακριτική επίβλεψη. Ακόμα και όταν φεύγουν για σπουδές για λίγα χρόνια, σε άλλη πόλη, η επιρροή τους εξακολουθεί να κάνει ζημιά.
Οι κακουχίες των περασμένων δεκαετιών, έκανε πολλούς Έλληνες να θεωρήσουν ιερό καθήκον και απόδειξη αγάπης, να μην λείψει τίποτα στα παιδιά τους. Όμως αυτή η αγάπη-μπούμερανγκ τα πνίγει, μεταλλάσσοντας τα, μελλοντικά, σε ανώριμους πολίτες, που μαθαίνουν στην ακάματη επιβίωση.
Σε κάποιες περιπτώσεις εύπορων οικογενειών, τα παιδιά σπαταλούν το πατρικό χρήμα χωρίς να κοπιάζουν για την απόκτησή του, αφού δεν τα ενθάρρυναν ποτέ οι γονείς τους να δουλέψουν, έστω έναν από τους μήνες των θερινών διακοπών του σχολείου, ώστε να μάθουν να κολυμπούν στα ρηχά, με ασφάλεια. Και να πηγαίνουν σε πιο βαθιά νερά από μόνα τους, σαν πρόκληση.
Δυστυχώς τα περισσότερα ελληνόπουλα πνίγονται από τα πολλά σωσίβια που τους τυλίγουν οι γονείς τους και περιφέρονται σαν ζόμπι διεκδικώντας δικαιώματα, χωρίς υποχρεώσεις. Και που πολύ σύντομα θα βρεθούν αδύναμοι και θλιβεροί σε κάποια διαδήλωση για την αδικία που τους επιβάλλει ο νέος πατερούλης, που λέγεται κράτος.
Το κακό όμως, δεν σταματάει εδώ.
Έχοντας μάθει να λειτουργούν με αδύναμη κρίση, θα κληθούν να αποφασίσουν για τη χώρα τους πληγώνοντας ανεπανόρθωτα το συμπολίτη τους, με την ψήφο τους. Και ο αισχρός συνειρμός λέει πως αν η γενιά του πολυτεχνείου, που ήταν η γενιά της διανόησης, οδήγησε τη χώρα σε μια αδυσώπητη κρίση, τί επιφυλάσσει το μέλλον από τη σημερινή γενιά του I-PHONE, τη γενιά του «Γρηγορόπουλου», όπου παιδιά εύπορων οικογενειών επαναστατούν μόνο και μόνο επειδή τα έχουν όλα.
Όπου δεν υπάρχει χώρος για προσωπικά επιτεύγματα, που δεν τους επιτρέπουν να ταλαιπωρηθούν στη ζωή τους, να αγωνιστούν. Που οι γονείς τους κλείνουν γλυκά την πόρτα κρατώντας τα, όμως, μέσα. Που δεν τα αφήνουν να μάθουν από τα λάθη τους. Που τα αναγκάζουν να δημιουργήσουν δικούς τους δαίμονες ώστε να μπορέσουν να διοχετεύσουν την νεανική τους ενέργεια πολεμώντας τους.
Κάντε ένα δώρο ζωής στα παιδιά σας. Επικοινωνήστε μαζί τους, δείτε τις ανάγκες τους, βάλτε τα να δουλέψουν κάπου από νωρίς, δώστε τους τροφή για σκέψη.
Στείλτε τα να μείνουν για λίγο σε άλλες χώρες. Όχι για να γυρνάνε και να κοιτάζουν τα αξιοθέατα, αλλά να μείνουν σε οικογένειες, να δουν πως ζουν οι άνθρωποι, πώς σκέφτονται. Να καταλάβουν μια απλή αλήθεια. Πως η ανθρώπινη φύση είναι ίδια, πως υπάρχουν άπειρες νοοτροπίες, χιλιάδες απόψεις, δεκάδες όψεις του ίδιου νομίσματος.
Αφήστε τα να τσαλακωθούν, να ταλαιπωρηθούν, να μάθουν πως η ευτυχία αποκτιέται με καθημερινό αγώνα. Πως το χρήμα έχει ουσιαστική αξία όταν κερδίζεται κι όχι όταν χαρίζεται.
Δώστε τους ένα μάθημα ζωής. Και όταν επιστρέψουν διώχτε τα από το σπίτι, αλλά όχι από τη ζωή σας. Βοηθήστε τα να γίνουν ώριμοι και υπεύθυνοι άνθρωποι, να είναι κύριοι του εαυτού τους και όχι να περιμένουν από εσάς τα πάντα και κατά συνέπεια αργότερα από το κράτος, κυνηγώντας τη χίμαιρα του δημοσίου.
Μην τους στερείτε το πιο όμορφο παιχνίδι που έχουν πραγματικά ανάγκη, αλλά δεν το γνωρίζουν.
Γράφει ο Γιάννης Τζίτζης, o-klooun.com

Τα παιδιά χρειάζονται μια ώρα παραπάνω με τη μαμά και όχι μια extra ξένη γλώσσα

Σε  μια εποχή που κανένας δεν παραδέχεται την ηλικία του, τα βρέφη και τα νήπια εμφανίζουν συμπεριφορές επαναστατικές και τάσεις ανεξαρτητοποίησης που θυμίζουν οργισμένα νιάτα..
Τώρα τα μωρά μας αμφισβητούν την έννοια του χρόνου βλέποντας το μπαμπά τους να παίζει στο playstation και τη μαμά τους ανορεκτική μέσα στο skinny jean. Τα όρια ηλικίας καταργούνται και τα παιδιά το έχουν καταλάβει αυτό γιατί μπαίνουν από πολύ νωρίς στον κόσμο των μεγάλων.
Μας ακολουθούν στα ταξίδια μας, στα νησιά, στα beach bars, στα εστιατόρια και στα καφέ, στα εμπορικά κέντρα, κι εμείς πού και πού ανταποδίδουμε την παραχώρηση πίνοντας καφέ έξω από έναν παιδότοπο.
Η αλήθεια είναι ότι οι σύγχρονες μαμάδες και νηπιαγωγοί δεν θεωρούν τα παιδιά ανέμελα και αθώα, αλλά πανέξυπνα και “παραγινωμένα”. Τα κλισέ του τύπου “φάε για να μεγαλώσεις” και “η μαμά ξέρει” δεν πιάνουν εύκολα σε παιδάκια που πάνε από 18 μηνών έως 18 χρονών στον παιδικό σταθμό, στο σχολείο, στο κολυμβητήριο, στο φροντιστήριο, στο μπαλέτο, στο μπάσκετ, στο τέννις κ.τ.λ. με ωράριο και συγκεκριμένο πρόγραμμα.

Τα σύγχρονα παιδιά νιώθουν και συμπεριφέρονται σαν έφηβοι γιατί έχουν συνηθίσει να επιβιώνουν σε διάφορες καταστάσεις χωρίς την προστασία και στενή επίβλεψή μας, παρά μόνο με την υψηλή εποπτεία μας.
Ακόμη κι αν έχουμε καταφέρει ως γονείς να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους, δεν έχουμε καταφέρει να τους πείσουμε ότι είμαστε απαραίτητοι στην καθημερινότητά τους. Έτσι, το άγχος αποχωρισμού που άλλοτε εκδήλωναν τα παιδιά συνήθως στο νηπιαγωγείο τώρα ξεπερνιέται πολύ πιο νωρίς και, στη νηπιακή ηλικία, τα παιδιά εμφανίζουν εφηβικές αντιδράσεις και ψυχολογικά προβλήματα που θυμίζουν ενήλικες.
Αντιδρούν έντονα στα όρια, ακριβώς όπως ένας έφηβος που δεν  νιώθει έτοιμος να ενηλικιωθεί αλλά και δεν μπορεί να συνεχίζει να είναι παιδί, προσπαθούν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους, νιώθουν υπεύθυνα για την υγεία τους και την οικογένειά τους. Συζητούν για το διαζύγιο των γονιών τους, την οικονομική τους κατάσταση, το πρόγραμμά τους το Σαββατοκύριακο. Συχνά ακούμε “δεν πιστεύω κι εσύ να παντρευτείς ξανά”, “δεν με καταλαβαίνεις καθόλου”, “έχω κι εγώ φίλους και θέλω να τους βλέπω όπως βλέπεις κι εσύ τους δικούς σου”, “η γιαγιά δεν ξέρει να με φροντίζει”, “δεν είμαι πια παιδί” κ.α.
Ως ειδικός, βλέπω στα σημερινά παιδιά συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης, ακόμη και ψυχοσωματικά κι αναρωτιέμαι: πότε πρόλαβαν τα παιδάκια να μπουν στον κόσμο των μεγάλων;
Από τη μια αργούμε να κάνουμε οικογένεια γιατί θέλουμε να είναι όλα τέλεια, να βρούμε τον ιδανικό σύντροφο, να είμαστε αποκατεστημένοι επαγγελματικά, να είμαστε ώριμοι κι έτοιμοι να γίνουμε γονείς, κι απ’ την άλλη, μόλις κάνουμε παιδιά βιαζόμαστε να τα μεγαλώσουμε για να ξαναβρούμε τον παλιό μας εαυτό και την παλιά μας ζωή.
Δεκαετίες πριν, όταν τα παιδιά είχαν διαφορά με τους γονείς τους 20 χρόνια αντί για 35-40 που είναι σήμερα, οι νέες και άπειρες μαμάδες μάθαιναν για τη ζωή στην πορεία, κουράζονταν λιγότερο, βαριόντουσαν πιο δύσκολα και ωρίμαζαν σταδιακά.
Οι σημερινές μαμάδες τα’ χουν δει όλα, τα’ χουν κάνει όλα κι είναι έτοιμες να γράψουν και βιβλίο. Μπερδεύουν την ανεμελιά με την τεμπελιά και την αθωότητα με την βλακεία. Πιέζοντας τα παιδιά να αποδώσουν στο μέγιστο θεωρούν ότι τα κάνουν πιο προσαρμοστικά κι έτοιμα ν’ αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής.
Κάποιος πρέπει να μας θυμίσει ότι τα 2χρονα θα μπορούσαν να παίζουν με δακτυλομπογιές σε τεράστια χαρτιά στο πάτωμα κι όχι με superwashable μαρκαδόρους σφηνωμένα στο καρεκλάκι του φαγητού, ότι τα 3χρονα θα μπορούσαν να πλατσουρίζουν στην ακροθαλασσιά για τουλάχιστον 2 χρόνια ακόμα κι όχι να τρέχουν 2 φορές τη βδομάδα στο κολυμβητήριο, ότι τα 4χρονα δεν χρειάζονται φορητό DVD, αλλά μια μαμά παντός καιρού κι ότι τα 5χρονα δεν είναι απαραίτητο να μάθουν ανάγνωση από το νηπιαγωγείο αλλά να τους διαβάσει κάποιος το βράδυ, πριν κοιμηθούν, ιστορίες της μυθολογίας ή κλασικά παιδικά διηγήματα.
Τώρα που οι δουλειές γίνονται όλο και πιο δυσεύρετες κι όλο και πιο κακοπληρωμένες πολλοί θα σπεύσουν να μας θυμίσουν ότι δεν υπάρχει καλύτερη δουλειά από αυτή της αφοσιωμένης μανούλας. Αλλά το ζητούμενο δεν είναι ν’ αφήσουμε τις δουλειές μας για να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας, αλλά να αποδεσμευτούμε από όλες τις περιττές ασχολίες μας, ακόμη κι από την ανόητη κοινωνικότητά μας προκειμένου να γίνουμε πιο ανέμελες και πιο ήρεμες.
Κι ακόμη να μάθουμε να διεκδικούμε σεβασμό και υποστήριξη από τους ανθρώπους μας στην ανατροφή των παιδιών, όχι για να εξοικονομήσουμε μια ώρα παραπάνω στο γυμναστήριο ή στο κομμωτήριο, αλλά για να διαβάσουμε ένα βιβλίο, να απολαύσουμε ένα γλυκό, να ξαναβρούμε την ανθρωπιά και τη νεότητά μας.
Κι αυτό ακριβώς χρειάζονται και τα παιδιά μας. Μια βόλτα στη φύση κι όχι στο πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής, μια χαλαρή κουβέντα κι όχι μια ώρα στο cinema, μια ώρα παραπάνω με την πυτζάμα κι όχι μια extra ξένη γλώσσα.
Κοσκινίστε τα χιλιάδες ερεθίσματα, παιχνίδια και δραστηριότητες ακριβώς όπως προσπερνάτε τα κανάλια telemarketing στην τηλεόραση. Βγάλτε ιστορίες από το μυαλό σας κι αφήστε στην άκρη τα εκπαιδευτικά DVD για έξυπνα μωρά. Πείτε “ΟΧΙ” στα μικρομεγαλίστικα παιχνίδια: βαμμένα νύχια, παιδικά tatoos, ψεύτικα κινητά, παιδικά computers. Επενδύστε στην φαντασία των παιδιών σας.
Με λίγα λόγια, ξαναβρείτε την απλότητα της ζωής, ξαναθυμηθείτε τη ζεστασιά του σπιτιού, τα ατέλειωτα απογεύματα της δικιάς μας γενιάς, χωρίς υποχρεώσεις και εξωσχολικές δραστηριότητες μόνο με μυρωδιές από την κουζίνα, τον θόρυβο του απορροφητήρα, την αίσθηση της μαμάς στο διπλανό δωμάτιο.
Αγαπήστε το μέτριο. Ξοδέψαμε πολλά χρόνια και πολύ ενέργεια προσπαθώντας να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας και τους συνομηλίκους μας σε ικανότητες, μόρφωση, καταξίωση, πλούτο και, είτε δικαιωθήκαμε είτε απογοητευτήκαμε, όλοι συμφωνούμε πλέον ότι χρειάζεται μέτρο παντού. Και η δική μου γνώμη είναι ότι το μέτριο είναι πιο κοντά στην ευτυχία και στη αρμονία της ζωής κι από το τέλειο ακόμα.
Γράφει η Λάρα Σουές Ψυχολόγος Ειδικευμένη στη Συμβουλευτική Ψυχολογία

Ένα παιδί που μεγαλώνει χωρίς κανόνες και όρια δεν είναι ένα παιδί ελεύθερο

Τα όρια, μπορεί κανείς να μιλά για αυτά μέρες! Τα όρια αφορούν όλους μας και υπάρχουν παντού.
Χωρίς αυτά δε θα μπορούσαμε να είμαστε λειτουργικοί, να συνεργαζόμαστε, να οργανωνόμαστε και να είμαστε αποδοτικοί. Τα όρια δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε άνθρωπος μπορεί να συνυπάρξει με τους συνανθρώπους του, να αντλεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ικανοποίηση και ασφάλεια, να εξελίσσεται και να δημιουργεί.
Γιατί μέσα στην οικογένεια οι γονείς βάζουν όρια στα παιδιά και δεν τα αφήνουν να τα ανακαλύψουν μόνα τους; Γιατί επιφορτίζονται εκείνοι με το απαιτητικό αυτό έργο, που στην πράξη αποδεικνύεται αρκετά ζόρικη υπόθεση;
Μα, γιατί τα παιδιά δεν κατανοούν τη χρησιμότητα των ορίων! Δεν καταλαβαίνουν τη σημασία του να αναστέλλουν τις επιθυμίες τους, να ασκούν αυτοέλεγχο, να λειτουργούν υπεύθυνα, να συμπονούν τους γύρω τους.
Εκτός αυτού, αν οι γονείς δε θέσουν όρια, τότε το παιδί αισθάνεται ανυπεράσπιστο και απροστάτευτο, αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως απειλή, συνεχώς μεταβαλλόμενο και το γονιό ως ανίσχυρο. Μπερδεύεται και δεν μπορεί να διαμορφώσει μια ξεκάθαρη εικόνα του άγνωστου κόσμου μέσα στον οποίο μεγαλώνει, αλλά και των προθέσεων και των συναισθημάτων των γονιών του απέναντί του.
Νιώθει δυστυχισμένο, αποθαρρυμένο, ανασφαλές και συχνά εκδηλώνει προβλήματα στη συμπεριφορά του. Ένα παιδί το οποίο μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον χωρίς κανόνες και σαφή όρια δεν είναι ένα παιδί ελεύθερο. Αντίθετα, είναι ένα παιδί σκλαβωμένο σε μια ασαφή και περίπλοκη δομή, μέσα στην οποία δεν μπορεί να καλλιεργήσει το αίσθημα της υπευθυνότητας και της συνεργασίας.
Από την άλλη, το παιδί που ζει και μεγαλώνει σε ένα υπερβολικά αυστηρό περιβάλλον, βομβαρδισμένο από αυταρχικούς και υπερβολικούς κανόνες, δυσκολεύεται να αναπτύξει ενδιαφέροντα, κλίσεις και προτιμήσεις. Συχνά είναι ένα παιδί με χαμηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης που μπορεί όμως μελλοντικά να εμφανίσει έντονα σημάδια ανυπακοής και αντίδρασης.
Πολλές μελέτες δείχνουν ότι όταν οι γονείς θέτουν σταθερά όρια, τα παιδιά μεγαλώνουν έχοντας μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και καλύτερη προσαρμογή στην ομάδα των συνομηλίκων. Εκτός αυτού, γίνονται περισσότερο αυτόνομα.
Η συνέπεια και η σταθερότητα στην εφαρμογή των κανόνων αυτών, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ολοκληρωμένη και υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού, καθώς και την ομαλή λειτουργία ολόκληρου του οικογενειακού συστήματος. Τα όρια, όσο και αν ακούγεται περίεργο, είναι ένδειξη αγάπης και μέρος της φροντίδας που οι γονείς παρέχουν στα παιδιά τους.
Είναι από τα σπουδαιότερα δώρα που μπορεί να προσφέρει ένας γονιός στο παιδί του, από τα σημαντικότερα εφόδια που του δίνει για να μάθει να πορεύεται μόνο του. Κάθε γονιός προσβλέπει σε ένα ευτυχισμένο μέλλον για το παιδί του και αυτό για να επιτευχθεί προϋποθέτει την ύπαρξη ορίων.
Στις μικρότερες ηλικίες, οι γονείς συχνά οριοθετούν τα παιδιά τους για λόγους ασφαλείας, π.χ. λένε στο παιδί του ενός έτους «ΟΧΙ!» όταν πάει να πιάσει τα χάπια της γιαγιάς από το κομοδίνο ή λένε «ΜΗ» στο δίχρονο παιδί τους όταν ανεβαίνει πάνω στην καρέκλα για να σκαρφαλώσει στη βιβλιοθήκη και να πάρει ένα παιχνίδι που του γυάλισε. Αυτή η οριοθέτηση είναι απολύτως απαραίτητη, αφού το παιδί δεν έχει ακόμη αίσθηση του κινδύνου και μπορεί να πάθει κακό.
Στις περιπτώσεις που δεν το κάνει ο γονιός μιλάμε για παραμέληση, η οποία αποτελεί μια μορφή βίας και διώκεται ποινικά. Εκτός αυτών των παρεμβάσεων, οι γονείς από πολύ νωρίς θέτουν κανόνες που σχετίζονται με τις ώρες ύπνου και διατροφής, ενώ στην πορεία βάζουν κανόνες και για το ντύσιμο, τα παιχνίδια, τις σχέσεις με τους άλλους, τη μελέτη, τις αγορές, την τηλεόραση, τις εξόδους, κλπ.
Καθώς το παιδί μεγαλώνει και ειδικά από το 2ο έτος της ζωής του και μετά, η οριοθέτηση αρχίζει να περιστρέφεται και γύρω από θέματα επιθετικής συμπεριφοράς, όπως όταν ένα παιδί θέλει το παιχνίδι που έχει ο αδερφός του και τον χτυπά για να το πάρει. Οι ανάγκες για οριοθέτηση είναι συνεχείς!
Ακόμα κι όταν ένας γονιός θεωρεί ότι έχει διευθετήσει πολύ καλά τα θέματα αυτά, την επόμενη κιόλας στιγμή θα προκύψουν νέες καταστάσεις, που πρέπει να επεξεργαστεί και να πάρει θέση. Γονείς και παιδιά βρίσκονται σε συνεχή συνδιαλλαγή, διαπραγμάτευση και κάνουν συμβιβασμούς.
Ένας πατέρας λέει: «ο μικρός τρίχρονος γιος μου επέλεξε τη χειρότερη ώρα για να κάνει μια κρίση θυμού. Καθώς περπατούσαμε στο διάδρομο ενός καταστήματος, άρπαξε ένα κουτί με καραμέλες. Του είπα ότι δεν μπορεί να πάρει τις καραμέλες τώρα και αν θέλει κάτι από το κατάστημα, πρέπει πρώτα να με ρωτήσει. Αντί να υπακούσει, όταν του είπα να το βάλει πίσω στη θέση του, άρχισε να κλαίει, να ουρλιάζει και να με χτυπά.
Μετά, έπεσε στο πάτωμα και ακολούθησε μια έκρηξη σε όλο της το μεγαλείο! Όλο το μαγαζί είχε γυρίσει και μας κοιτούσε! Δεν ήξερα τι να κάνω! Δε μου αρέσει καθόλου να αισθάνομαι ότι ένα δίχρονο παιδί έχει τόση δύναμη! Τι θέλει; Να με ρεζιλέψει; Αμάν πια! Άλλη φορά θα πάει με τη μάνα του και άμα κάνει τα ίδια, δε θα πάει ποτέ ξανά και με κανέναν!»

Τα καλά όρια χτίζουν καλές σχέσεις και οι καλές σχέσεις χτίζονται πάνω σε καλά όρια

Μια σχέση στέρεη και δυνατή, που τροφοδοτείται από το γονιό με αγάπη, αποδοχή, κατανόηση και τρυφερότητα προς το παιδί, είναι η καλύτερη βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχτεί για να βάλει όρια. Αν η σχέση είναι δυνατή, ο θυμός από τις διενέξεις που αναπόφευκτα θα προκύψουν, θα εκτονωθεί σύντομα.
Επιβραβεύουμε τις επιθυμητές συμπεριφορές αντί να σχολιάζουμε τις μη επιθυμητές, π.χ. αντί για «Μην είσαι αφηρημένος!», λέμε «Συγκεντρώσου!» ή αντί για «Μην κρατάς τα παιχνίδια μόνο για σένα!» λέμε «Μπράβο παιδί μου, που παίζεις ωραία με την αδερφή σου! Πολύ σε χαίρομαι!». Πιο αναλυτικά, για να έχει αποτέλεσμα, η επιβράβευσή μας χρειάζεται να είναι:
– Άμεση: να δίνεται τη στιγμή που το παιδί εκδηλώνει την επιθυμητή συμπεριφορά και όχι πολύ αργότερα.
Συγκεκριμένη: να περιλαμβάνει ένα ξεκάθαρο λιτό λεκτικό μήνυμα, π.χ. «Κάθεσαι πολύ ωραία δίπλα μου στο καρότσι και με βοηθάς να ψωνίσω! Σ’ευχαριστώ!».
Ειλικρινής και απόλυτα αφιερωμένη σε αυτό που συμβαίνει: να δίνεται ενώ προσέχουμε το παιδί, π.χ. το κοιτάμε στα μάτια και στεκόμαστε στο ύψος του όταν του μιλάμε.
Προσανατολισμένη στην αναγνώριση της προσπάθειας και όχι μόνο στην επιτυχία: να δίνεται όταν το παιδί καταφέρνει κάτι, αλλά και ενδιάμεσα, όσο δείχνει να προσπαθεί, ώστε να ενθαρρύνεται να βάλει τα δυνατά του μέχρι το τέλος.
Σταθερή και συνεπής: να ενισχύει σε κάθε ευκαιρία το παιδί, καθημερινά και χωρίς διακυμάνσεις.

Ο τρόπος που ένας γονιός ορίζει, διατυπώνει και επικοινωνεί τα όρια, είναι πολύ σημαντικός.

1. Οι τρόποι πειθαρχίας που θα μεταχειριστεί ένας γονιός εξαρτώνται από τη δική του ιδιοσυγκρασία, καθώς και αυτή του παιδιού του. Τι ταιριάζει στον ίδιο, με ποιο τρόπο θα το κάνει, τι πιάνει στο παιδί του; Ό,τι ξέρει ο γονιός γύρω από το χαρακτήρα και τις ευαισθησίες του παιδιού του είναι ιδιαίτερα χρήσιμο.
Μπορεί για ένα παιδί η στέρηση των παιχνιδιών του να είναι η μέγιστη τιμωρία, ενώ για ένα άλλο να μη σημαίνει κάτι. Ή μπορεί το να κοιτά τον τοίχο για λίγα λεπτά να είναι ό,τι χειρότερο, ενώ να μην ενοχλείται καθόλου άμα δε φάει σοκολάτα για μια μέρα.
2. Τα όρια πρέπει να συμβαδίζουν με το στάδιο ανάπτυξης του παιδιού και να προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά της ηλικίας του. Όσο πιο μικρό το παιδί, τόσο πιο σύντομες, ξεκάθαρες και λιτές οι εντολές του γονιού προς αυτό. Αν πρόκειται για βρέφος ή νήπιο που μόλις άρχισε να στέκεται στα πόδια του, ο γονιός μπορεί να στρέψει την προσοχή του σε μια άλλη δραστηριότητα.
Από την άλλη, για ένα παιδί άνω των δύο ετών, η επιβολή των ορίων είναι πιο σύνθετη διαδικασία, καθώς περιλαμβάνει διάλογο, εξηγήσεις και διαπραγματεύσεις. Συχνά το παιδί από μόνο του προκαλεί το γονιό κάνοντας ερωτήσεις, π.χ. «Γιατί μπαμπά; Δεν είναι δίκαιο!». Απαντήσεις τύπου «γιατί έτσι το λέω εγώ!» ή «είσαι μικρός ακόμα για να καταλάβεις» δεν έχουν αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι απαγορεύσεις που δεν συνοδεύονται από κάποια εξήγηση δε γίνονται κατανοητές από το παιδί, αλλά φαίνονται σαν περιορισμός. Κανείς δεν υπακούει απλά επειδή κάποιος του λέει ότι αυτό είναι το σωστό.
Αφήνουμε το παιδί να μας πει την άποψή του και κάνουμε ειλικρινή προσπάθεια για διάλογο. Είναι μια από τις καλύτερες επενδύσεις που μπορεί να κάνει ένας γονιός. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν και ειδικά στην εφηβεία, το παιδί που δεν του δόθηκε ουσιαστικός χρόνος και χώρος να εκφραστεί, έχει περισσότερες πιθανότητες να αποφεύγει συζητήσεις με τους γονείς.
3. Το παιδί μαθαίνει από αυτό που κάνουμε και όχι από αυτό που του λέμε. Το προσωπικό μας παράδειγμα αποτελεί «μοντέλο» προς μίμηση για το παιδί. Αν δυσκολευόμαστε να βάλουμε όρια σε εμάς πρώτα, τότε πώς θα βάλουμε στους άλλους; Τα παιδιά κατανοούν πιο εύκολα το τι είμαστε και πώς λειτουργούμε, παρά το τι λέμε.
Για παράδειγμα, τι κάνουμε εμείς οι γονείς όταν είμαστε θυμωμένοι, αγχωμένοι, απογοητευμένοι, όταν δε γίνεται το δικό μας κλπ. Τι θα σήμαινε για το παιδί του παραδείγματός μας αν ο πατέρας του άρχιζε να του φωνάζει μέσα στο κατάστημα, το χτύπαγε ή …; Πώς θα ένιωθε εκείνο μετά;
Από την άλλη, στην περίπτωση που το χάσουμε και παραφερθούμε, δεν τελείωσαν όλα. Κανένας δεν είναι τέλειος, αλλά τον τιμά περισσότερο το να το αναγνωρίζει και να παραδέχεται τα λάθη του, γιατί έτσι γίνεται καλύτερος. Τέλειοι γονείς δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν και τέλεια παιδιά…
4. Δεν είναι όλα τα θέματα το ίδιο σημαντικά.  Ξεχωρίζουμε  ποια είναι προς διαπραγμάτευση  και ποια όχι, π.χ. είναι το ίδιο αν ο δίχρονος γιος μου  χοροπηδάει στα πατώματα τις ώρες κοινής ησυχίας και αν χτυπάει την αδερφή του για να πάρει ένα παιχνίδι;
Αν η έφηβη κόρη μου θέλει να βάλει το αγαπημένο της μπλουζάκι στο πάρτι ακόμα και αν αυτό είναι βρώμικο, είναι λιγότερο σημαντικό από το να επιστρέψει αργότερα από την ώρα που έχουμε συμφωνήσει. Διαχωρίζω τα ζητήματα και ασχολούμαι με κάποια, όχι με όλα, γιατί αλλιώς θα κάνω κήρυγμα όλη μέρα και το παιδί μου θα γίνει σκέτος τύραννος ή θα απομονωθεί εντελώς. Η σχέση μου μαζί του θα διαταραχθεί και αυτό δεν το θέλω με τίποτα στον κόσμο.
5. Η επικοινωνία πρέπει να είναι παρούσα και συγκεκριμένη, χωρίς αναφορές στο παρελθόν, να αφορά το «Εδώ και Τώρα»: («…και την περασμένη φορά τα ίδια έκανες!»), χωρίς προφητείες για το μέλλον («…ποτέ δεν θα αλλάξεις!») και χωρίς γενικεύσεις (πάντα, ποτέ, όλοι, κανένας…).
Πώς αισθάνεται κάποιος όταν κάνει ένα λάθος στη δουλειά και ο εργοδότης του λέει «Πάλι λάθος έκανες! Αδιόρθωτος είσαι πια! Όλοι έχουν καταλάβει πώς λειτουργεί το σύστημα, αλλά εσύ ποτέ σου!»; Ματαίωση, απόρριψη, απογοήτευση, ντροπή, χαμηλή αυτοεκτίμηση, θυμό, πίκρα, παραίτηση και καμία διάθεση για περαιτέρω προσπάθεια κλπ.
Μέσα από όλα τα παραπάνω, κατανοούμε τη μεγάλη σημασία που διαδραματίζουν τα όρια στην ανάπτυξη των παιδιών. Το είδος των οικογενειακών σχέσεων, η αυτοπεποίθηση και σιγουριά του γονέα για την επιβολή ορίων σε συνδυασμό με την έμπρακτη αγάπη προς το παιδί αποτελούν τα βασικά συστατικά της επιβολής ορίων στα παιδιά.
Τα καλά όρια πλάθουν ευτυχισμένα παιδιά, ικανούς και ολοκληρωμένους ενήλικες, οι οποίοι καθώς μεγαλώνουν θα έχουν περισσότερες ευθύνες, μα και περισσότερα δικαιώματα.
Γράφει η Ευγενία Δουβαρά, ψυχολόγος

10 μυστικά πειθαρχίας για το παιδί μας!


10 μυστικά πειθαρχίας για το παιδί μας!

Ο κλινικός ψυχολόγος Thomas W. Phelan και συγγραφέας του βιβλίου 1-2-3 Magic: Effective Discipline for Children, μας δίνει τον δικό του αποτελεσματικό δεκάλογο πειθαρχίας για τα παιδιά μας

1. Ψάξτε τις αιτίες της κακής συμπεριφοράς
Κανένα παιδί δεν κλοτσά έπιπλα ή δεν κλαίει γοερά από τη μια στιγμή στην άλλη! Τα «κακά» παιδιά είναι συνήθως τα κουρασμένα, εκείνα που πεινάνε, που φοβούνται, αυτά που κάτι ζηλεύουν, αλλά κι εκείνα που θυμώνουν όταν δεν ασχολούμαστε μαζί τους. Κάνοντας μια ανοιχτή συζήτηση, του δίνουμε την ευκαιρία να μας πει τι το ενοχλεί, πώς αυτό θα μπορούσε να διορθωθεί, αλλά και να το ρωτήσουμε αν πραγματικά πιστεύει πως η συγκεκριμένη συμπεριφορά του ήταν σωστή.

2. Ακολουθούμε και οι δύο γονείς την ίδια συμπεριφορά
Αν και οι δύο γονείς ακολουθούν την ίδια πορεία διαπαιδαγώγησης, το παιδί δεν μπερδεύεται ούτε αποσυντονίζεται. Γι’ αυτό φροντίζουμε να μένουμε σταθεροί σε αυτό που λέμε και δεν κάνουμε υποχωρήσεις.

3. Ζητάμε από το παιδί να κάνει κάτι με σταθερό τόνο και σαφήνεια
Αποφεύγουμε την προστακτική και τις γενικότητες και χρησιμοποιούμε φράσεις που ενημερώνουν το παιδί για την αιτία. Για παράδειγμα αντί για «σταμάτα να μιλάς δυνατά», προτιμάμε προτάσεις όπως «Ο μπαμπάς έχει πονοκέφαλο και νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να κάνουμε όλοι λίγη ησυχία».

4. Αγνοούμε τα ξεσπάσματά του
Επίσης αδιαφορούμε για τις φωνές, τις βρισιές, τα αγενή σχόλια και όταν είναι δυνατό, φεύγουμε και αφήνουμε το παιδί χωρίς ακροατήριο. Αυτό μέχρι να ηρεμήσει.

5. Δίνουμε έμφαση στο «όχι»
Το λέμε σταθερά και με νόημα.

6. Δεν χάνουμε την υπομονή μας
Προσπαθούμε τουλάχιστον! Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε, είναι πως εμείς θα μάθουμε στο παιδί μας τι σημαίνει αυτοέλεγχος, σεβασμός και συνέπεια!

7. Θυμόμαστε πάντα το ρόλο μας ως γονείς
Και χωρίς να κάνουμε κατάχρηση εξουσίας, θυμόμαστε ότι δεν χρειάζεται πάντα να αιτιολογούμε τους κανόνες που θέτουμε ή να απολογούμαστε για τη συμπεριφορά μας.

8. Δεν ξεχνάμε πως εμείς είμαστε το πρότυπο συμπεριφοράς του παιδιού μας
Ας φροντίσουμε λοιπόν να είμαστε καλά παραδείγματα προς μίμηση και να μην κάνουμε εμείς πράγματα που απαγορεύουμε στο παιδί.

9. Επιβραβεύουμε την καλή συμπεριφορά
Αλλά πάντα με συγκεκριμένα επιχειρήματα. Δεν αρκούμαστε σε ένα «μπράβο», αλλά φροντίζουμε να είμαστε συγκεκριμένοι: «Μπράβο που έβαλες τα παιχνίδια στο κουτί» ή «Πολύ χαίρομαι που μοιράζεσαι τα παιχνίδια με την αδερφή σου».

10. Αποδεχόμαστε τα συναισθήματά του παιδιού μας
Και ποτέ δεν τα κρίνουμε και δεν τα υποβιβάζουμε. Αντιμετωπίζουμε το παιδί με σεβασμό και ευγένεια όπως του αξίζει. 
- See more at: http://www.imommy.gr/nipia/psychologia/article/5889/10-mystika-peitharxias-gia-to-paidi-mas/#sthash.ibWIAciE.dpuf

Πώς είναι το παιδάκι Αιγόκερως (tη κορη μου..)

Αν το μωράκι σας γεννήθηκε μεταξύ 22 Δεκεμβρίου και 20 Ιανουαρίου, τότε ανήκει στο ζώδιο του ...